xe property news

Πώς η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων θα οδηγήσει τη χώρα στην ανάπτυξη

Οι επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων έχουν ισχυρά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία. Κάθε 1 εκατ. ευρώ επενδύσεων στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων αυξάνει συνολικά, σε καθαρούς όρους, το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά 1,4 εκατ. ευρώ, την απασχόληση κατά 37 θέσεις εργασίας και τα έσοδα του Δημοσίου κατά 0,5 εκατ. ευρώ το 2018.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει, μεταξύ άλλων, μελέτη του ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών), με τίτλο «Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων ως μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας», που παρουσιάστηκε σε ημερίδα την οποία διοργάνωσε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διογκωμένης Πολυστερίνης (ΠΑ.ΣΥ.ΔΙ.Π).

Παρά τα αναμφισβήτητα οφέλη από τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας στα κτίρια, η ανάγκη για υψηλή αρχική επένδυση στην εφαρμογή προηγμένων τεχνολογικών λύσεων δείχνει να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Η μελέτη του οικιακού τομέα κατέδειξε πως μέχρι σήμερα η Ελλάδα δεν έχει εκμεταλλευθεί πλήρως τα δυνητικά οφέλη που συνδέονται με τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, ενώ η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας που έχει επιτευχθεί σχετίζεται περισσότερο με τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της οικονομικής δραστηριότητας και λιγότερο με την εφαρμογή συστημάτων ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τα αποτελέσματα προηγούμενης μελέτης του ΙΟΒΕ, που κατέδειξε πως ελάχιστα είναι τα νοικοκυριά που έχουν εφαρμόσει όλα τα διαθέσιμα μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, αλλά και από τις ετήσιες εκθέσεις του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπου σημειώνεται πως το μεγαλύτερο μέρος των κατοικιών έχει σημαντικές ελλείψεις που σχετίζονται με την ιδιαίτερα χαμηλή ενεργειακή τους αποδοτικότητα. Κατά συνέπεια, η πλειονότητα των σχετικών κτιρίων κατατάσσεται στις χαμηλές και μεσαίες ενεργειακές κλάσεις.

Η υλοποίηση επενδύσεων στην ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, σύμφωνα με το στρατηγικό σχεδιασμό του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπως αυτός αποτυπώνεται σε σχετική έκθεση, μπορεί να οδηγήσει σε τόνωση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έως και 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς και σε τόνωση της απασχόλησης έως και 40.000 θέσεις εργασίας. Επιπλέον, η υλοποίηση των προβλεπόμενων στο στρατηγικό σχεδιασμό επενδύσεων για την αναβάθμιση κτιρίων του τριτογενούς τομέα μπορεί να επιφέρει επιπρόσθετη ενίσχυση του ρυθμού ανάπτυξης έως και 0,4 ποσοστιαίες μονάδες και της απασχόλησης έως και 24.700 θέσεις εργασίας.

Τα αποτελέσματα της οικονομικής ανάλυσης καθιστούν φανερό ότι η θεσμική στήριξη των δραστηριοτήτων ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων, πέραν του μεγάλου περιβαλλοντικού οφέλους που μπορεί να αποφέρει, μπορεί παράλληλα να αποδώσει ιδιαίτερα σημαντικά αναπτυξιακά οφέλη, σε μια περίοδο μάλιστα που η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης αποτελεί κεντρικό κοινωνικό αίτημα.

«Θα ήταν λοιπόν σκόπιμο η Πολιτεία να προσφέρει πρόσθετα κίνητρα στα νοικοκυριά, προκειμένου επιταχυνθούν οι επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Σε αυτήν την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλει και η παροχή έκπτωσης φόρου (tax-credit) ανάλογης με το ύψος της δαπάνης για εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων», αναφέρεται στη μελέτη.

 

Φορολογικά κίνητρα

Στις προτάσεις πολιτικής που καταλήγει η μελέτη, επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Η προσφορά φορολογικών κινήτρων θα μπορούσε να κινητοποιήσει ιδιωτικούς πόρους για επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Έχει μάλιστα ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των ιδιωτικών αποταμιεύσεων στην Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε μορφή μετρητών που διακρατούν τα νοικοκυριά. Οι αποταμιεύσεις αυτές είναι οικονομικά αδρανείς. Συνεπώς, η παροχή φορολογικών κινήτρων θα μπορούσε ενδεχομένως να κινητοποιήσει πρόσθετους αδρανείς οικονομικούς πόρους.

Ένα κατάλληλο φορολογικό κίνητρο θα μπορούσε να είναι η προσφορά έκπτωσης φόρου ανάλογης με το ύψος της δαπάνης για εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων. Υποθέτοντας ότι η προσφορά ενός τέτοιου κινήτρου θα ωθήσει ιδιώτες επενδυτές να αξιοποιήσουν αδρανείς αποταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση εργασιών ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων, και λαμβάνοντας υπόψη τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις τέτοιων επενδύσεων, είναι φανερό ότι η αρνητική επίδραση στα δημόσια έσοδα λόγω της έκπτωσης φόρου θα αντισταθμιστεί εν μέρει, ή και εξ ολοκλήρου, από τη θετική επίδραση στα δημόσια έσοδα λόγω της τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας που θα επιφέρουν οι επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων.

Παραδείγματος χάριν, αν μία έκπτωση φόρου ύψους 20% της δαπάνης για εργασίες ανακαίνισης κινητοποιήσει ιδιωτικές επενδύσεις του ύψους που περιγράφεται στο φιλόδοξο σενάριο για αναβαθμίσεις κατοικιών, τότε τα δημόσια έσοδα κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής του μέτρου καταλήγουν να είναι ελαφρώς αυξημένα (κατά περίπου 12 εκατ. ευρώ ή 3% της δαπάνης για ανακαινίσεις). Ωστόσο, αυτή η θετική δημοσιονομική επίδραση αμβλύνεται βαθμιαία. Από το 2023 και μετά, η τελική επίδραση στα ετήσια έσοδα του Δημοσίου γίνεται αρνητική. Σε σωρευτικούς όρους, η προσφορά της έκπτωσης φόρου οδηγεί σε αυξημένα δημόσια έσοδα κατά τα έξι πρώτα έτη εφαρμογής του μέτρου (τα σωρευτικά επιπλέον δημόσια έσοδα λόγω της τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας υπερβαίνουν τη σωρευτική απώλεια φορολογικών εσόδων λόγω της έκπτωσης φόρου για κάθε έτος στην περίοδο 2018-2025). Εντούτοις, από το 2026 και μετά δημιουργείται σωρευτικά δημοσιονομικό κενό, το οποίο βαίνει αυξανόμενο (φτάνοντας τα 560 εκατ. ευρώ το 2030, ή 4% του σωρευτικού κόστους των παρεμβάσεων ανακαίνισης).

Αν υποτεθεί ότι η έκπτωση φόρου 20% επί της δαπάνης για ενεργειακές αναβαθμίσεις δεν επαρκεί για να κινητοποιηθούν οι ιδιωτικοί πόροι που απαιτούνται για τις ανακαινίσεις που προβλέπονται από το φιλόδοξο σενάριο, αλλά θα χρειαζόταν έκπτωση φόρου 50% επί της δαπάνης γι’ αυτό το σκοπό, προκύπτει ότι το Δημόσιο θα είχε απώλεια εσόδων με την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου, ήδη από το πρώτο έτος εφαρμογής του μέτρου, με το εν λόγω δημοσιονομικό κενό να βαίνει αυξανόμενο. Εντούτοις, η απώλεια δημοσίων εσόδων από την προσφορά έκπτωσης φόρου 50% επί της δαπάνης για ανακαινίσεις αντιστοιχεί στο 27% της δαπάνης αυτής κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του μέτρου, φτάνει το 30% της δαπάνης σε σωρευτικούς όρους το έτος 2024, ενώ δεν ξεπερνά το 34% της σωρευτικής δαπάνης το έτος 2030. Η τελική απώλεια δημοσίων εσόδων είναι σημαντικά μικρότερη του ποσού που προσφέρεται ως έκπτωση φόρου, ακριβώς λόγω των θετικών επιδράσεων στα δημόσια έσοδα που προκύπτουν από την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας που επιφέρουν οι εργασίες ανακαινίσεων.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του μέτρου της έκπτωσης φόρου είναι σημαντικό η έκπτωση να καλύπτει όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών, πέραν του φόρου εισοδήματος (π.χ. ΕΝΦΙΑ). Θα ήταν επίσης σημαντικό οι δικαιούχοι της έκπτωσης φόρου να μπορούν να μετακυλήσουν τυχόν υπόλοιπο της έκπτωσης που δικαιούνται σε επόμενα φορολογικά έτη, αν η έκπτωση φόρου που δικαιούνται είναι μεγαλύτερη από τις φορολογικές τους υποχρεώσεις το έτος της επένδυσης. Με τους τρόπους αυτούς η έκπτωση φόρου θα αποτελέσει κίνητρο για περισσότερα νοικοκυριά, και ιδιαίτερα για νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, τα οποία συχνά έχουν και πιο επείγουσες ανάγκες ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η προσφορά κινήτρων από την πλευρά της Πολιτείας, όπως η έκπτωση φόρου για ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών, μπορεί να αποφέρει πρόσθετα δημοσιονομικά οφέλη. Πράγματι, οι συναλλαγές που θα γίνουν στο πλαίσιο της εφαρμογής του μέτρου μεταξύ νοικοκυριών και συνεργείων αναβάθμισης θα είναι νόμιμα καταγεγραμμένες (συναλλαγές έναντι των οποίων θα εκδοθούν τα νόμιμα παραστατικά), φέρνοντας στο φως ένα μέρος της οικονομικής δραστηριότητας που διαφορετικά θα ανήκε στην παραοικονομία, με όσα επακόλουθα οφέλη αυτό συνεπάγεται, τόσο σε ό,τι αφορά τη φορολογία εισοδήματος των επιχειρήσεων όσο και την έμμεση φορολογία (ΦΠΑ).

Υπενθυμίζεται ότι το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο για την προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας περιλαμβάνει τον Ν. 3855/2010 ο οποίος αποτελεί την εναρμόνιση με την Οδηγία 2006/32/ΕΕ, καθώς και τον Ν. 4342/2015.

O συνολικός στόχος εξοικονόμησης ενέργειας για την περίοδο 2014-2020 είναι 3.332,7 ktoe (33,8 TWh), τα οποία θα προέλθουν κυρίως κατά τις περιόδους 2016-2018 και 2019-2020 (19,5 TWh και 15,8 TWh αντίστοιχα). Η επίτευξη των στόχων στηρίζεται κυρίως στην υλοποίηση μέτρων και δράσεων πιλοτικής εφαρμογής έργων βελτίωσης ενεργειακής απόδοσης σε δημόσια κτίρια, στη δημιουργία πληροφοριακού συστήματος για την παρακολούθηση της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, στην οικονομική ενίσχυση τεχνολογικών επενδύσεων εξοικονόμησης ενέργειας και έρευνας, στην εφαρμογή φορολογικών απαλλαγών για επεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας και στην ανάπτυξη συστήματος ενεργειακής διαχείρισης στο δημόσιο τομέα.