xe property news

ΙΟΒΕ: Η μείωση των φόρων στα ακίνητα θα φέρει 36.600 θέσεις εργασίας

Δύο μέτρα, ήτοι η κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ, που υπολογίζεται με αφορολόγητο 250.000 ευρώ, όπως και η μείωση του ΦΠΑ στα νεόδμητα ακίνητα στο 13% από 24%, με διατήρηση του φόρου μεταβίβασης, θα τονώσουν το ΑΕΠ κατά 1,65 δισ. ευρώ, με ορίζοντα το 2022, ενώ θα δημιουργήσουν 36,6 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας.

Οι πρωτοβουλίες αυτές περιγράφονται εκτενώς σε μελέτη του ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών), που υπογράφει ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του Oργανισμού και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η μελέτη, που χρηματοδοτήθηκε από τον ΣΕΠΑΚ (Σύνδεσμος Επιχειρήσεων για Ποιότητα και Ανάπτυξη των Κατασκευών), συνδέει την υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας με τη μεγάλη κάμψη των τιμών, αν και τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδoς δείχνουν θετικά πρόσημα στις τιμές των διαμερισμάτων.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, ενδεχόμενη κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ θα οδηγούσε σε αύξηση τις τιμές των ακινήτων και κατ’ επέκταση σε τόνωση της προσφοράς κατοικιών. Σε απόλυτους αριθμούς, κατά τη μελέτη, η υιοθέτηση του μέτρου αυτού που ζητούν οι φορείς των κατασκευών και της κτηματαγοράς θα οδηγούσε, κατά το διάστημα 2019-2022, σταδιακά, σε επιπρόσθετη αύξηση του ΑΕΠ, από 1,31 δισ. ευρώ έως 1,38 δισ. και σε τόνωση της απασχόλησης με επιπλέον 33.032 θέσεις εργασίας.

Η δημοσιονομική επίπτωση από την κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ, σύμφωνα πάντα με το ΙΟΒΕ, είναι περιορισμένη, εάν όχι ουδέτερη, καθώς υπολογίζεται σε περίπου 29 εκατ. ευρώ με ορίζοντα το 2022. Το μέγεθος αυτό προκύπτει εάν ληφθεί υπόψη η απώλεια των προσδοκώμενων εσόδων (382,1 εκατ. ευρώ) από το συμπληρωματικό φόρο, σε συνδυασμό με την επίδραση από την αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημα (157 εκατ. ευρώ), στον πλούτο (98,1 εκατ.), στις επενδύσεις σε κατοικίες (30 εκατ.) και στις συνολικές επενδύσεις (68,4 εκατ.).

Όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, η αξία των ακινήτων αποτελεί το 82% της αξίας του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων του διάμεσου νοικοκυριού στην Ελλάδα, γεγονός που φανερώνει τη διαχρονική προτίμηση των Ελλήνων για τοποθέτηση των αποταμιεύσεων σε real estate.

Γι’ αυτό, η κατάργηση του συμπληρωματικού φόρου ακινήτων θα διευκόλυνε την πρόσβαση των ιδιοκτητών στις αποταμιεύσεις τους (ακίνητα), θα δημιουργούσε μεγαλύτερη ρευστότητα στην αγορά ακινήτων και θα τόνωνε τις τιμές των ακινήτων και κατ’ επέκταση την οικοδομική δραστηριότητα.

Σε ό,τι αφορά τον ΦΠΑ στα νεόδμητα ακίνητα στη μελέτη επισημαίνεται ότι «η μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στις νέες οικοδομές από 24% σε 13% θα έδινε στους κατασκευαστές τη δυνατότητα μείωσης των τιμών πώλησης νέων κατοικιών κατά περίπου 9%, βελτιώνοντας τη σχετική τιμή των νέων έναντι των παλαιότερων κατοικιών. Αυτό θα οδηγούσε σε αύξηση της ζήτησης για νέες κατοικίες. Βασικό ερώτημα είναι η έκταση στην οποία θα αυξηθεί η ζήτηση και οι συνέπειες που μπορεί να υπάρχουν στα έσοδα του κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να επισημάνουμε ότι καθώς υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον από το εξωτερικό για επενδύσεις σε ακίνητα στην Ελλάδα, όπως δείχνουν τα στοιχεία από τις ιδιωτικές αγοραπωλησίες ακινήτων από κατοίκους του εξωτερικού, είναι εύλογο να αναμένουμε ότι η μείωση του ΦΠΑ θα έχει αρκετά σημαντική οικονομική επίδραση, εφόσον, εκτός από την αύξηση της εγχώριας ζήτησης, ένα μέρος των επενδύσεων από το εξωτερικό πρόκειται να κατευθυνθεί σε νέες κατοικίες.

Επιπλέον, τα έσοδα από ΦΠΑ σε νέες οικοδομές διατηρούνται σε πολύ χαμηλό επίπεδο (13,5 εκατ. ευρώ κατά μέσο όρο την πενταετία 2013-2017). Αυτό σημαίνει ότι η μείωση του συντελεστή ΦΠΑ δεν θα προκαλούσε ιδιαίτερα δημοσιονομικά προβλήματα. Έχουμε δηλαδή ένα μέτρο οικονομικής πολιτικής με συγκεκριμένο και ελεγχόμενο δημοσιονομικό κόστος, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και, δυνητικά, σημαντικό όφελος για την ελληνική οικονομία».

Συνολικά μέσω της μείωσης του συντελεστή ΦΠΑ στις νέες οικοδομές θα μπορούσε να αυξηθεί το ΑΕΠ κατά 66-265 εκατ. ευρώ, ενώ η απασχόληση από 912 έως 3.650 θέσεις εργασίας.

 

Η υπερφορολόγηση μείωσε την επενδυτική δαπάνη

Όπως διαπιστώνει η έρευνα, οι επαναλαμβανόμενοι φόροι στην ακίνητη περιουσία συνιστούν το μεγαλύτερο τμήμα των φόρων περιουσίας στην Ελλάδα και επιβάλλονται κυρίως από την κεντρική κυβέρνηση, με τα συνολικά έσοδα από τη φορολογία στην ακίνητη περιουσία να διαμορφώνονται σε 5,7 δισ. ευρώ το 2016 ή στο 3,2% του ΑΕΠ έναντι 1,9% το 2004. Από αυτά, ποσό 4,8 δισ. ευρώ αφορά επαναλαμβανόμενους φόρους, αποτελώντας πλέον το 2,8% του ΑΕΠ, έναντι 0,8% πριν το 2008.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η υπερφορολόγηση, σε συνδυασμό με την ύφεση, περιόρισαν δραματικά τη συνολική επενδυτική δαπάνη για κατασκευαστικά έργα, η οποία μειώθηκε από 33,6 δισ. ευρώ το 2007 σε 9 δισ. ευρώ το 2017. Βρίσκεται δηλαδή, στο ¼ του επιπέδου του 2007. Ακόμη, οι ετήσιες επενδύσεις σε κατοικίες υποχώρησαν κατά 95,4% και διαμορφώθηκαν το 2017 σε 1,1 δισ. έναντι 24,8 δισ. ευρώ το 2007.

Οι επενδύσεις σε κατοικίες αντιστοιχούσαν το 2017 στο 0,6% του ΑΕΠ, έναντι 10,8% το 2007, ενώ οι επενδύσεις σε λοιπές κατασκευές διαμορφώθηκαν κοντά στο 2,0% το 2017. Εξάλλου, η ραγδαία υποχώρηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας αποτυπώνεται και στον αριθμό των οικοδομικών αδειών που υποχώρησε από 79.000 το 2007 σε 14.000 το 2017.

Υποχώρηση καταγράφει και ο αριθμός των συναλλαγών, ο οποίος είναι 4,5 φορές κάτω από τα επίπεδα του 2005: το 2015, ανά χίλιες κατοικίες, αντιστοιχούσαν μόλις 8 συναλλαγές από 37 το 2005. Λόγω του δραστικού περιορισμού της ζήτησης για ακίνητα, οι τιμές στα διαμερίσματα μειώθηκαν κατά 41%, μεταξύ 2007 και 2017, με τη μεταβολή να είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στην ΕΕ.